Ε.Π.Ο.Π.

“Το κόνισμα”, ξανά!

Εκατό χρόνια πριν, περίπου. Οκτώβρης του 1901. Η αμαξοστοιχία Αθηνών- Πατρών- Πύργου έχει περάσει από ώρα και στο καφενείο του Σταθμού άπέμειναν λίγοι θαμώνες. Οι περισσότεροι διαβάζουν τις αθηναϊκές εφημερίδες που μόλις αγόρασαν και άλλοι ακούνε τα νέα που τους περιγράφουν οι ταξιδιώτες.
Αφήνω το πάκο με τις εφημερίδες στο τραπέζι και παίρνω στα χέρια μου τον “Διόνυσο”, το περιοδικό στο οποίο δημοσιεύει τακτικά ο διασημότερος συμπατριώτης μου, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας. Ωραία, έχει και σήμερα διήγημα. Το τιτλοφορεί “Το κόνισμα”. Πριν από χρόνια ,λεει, “ένα κόνισμα βγήκε στην ακρογιαλιά του Αηθανάση. Πούθ’ ερχότανε, για πού πήγαινε κανείς δεν ήξερε να ειπεί. Η αλήθεια είναι πως ερχόταν ολόρθο στα κύματα. Μπροστά του ένα φως τρανό του φώτιζε το δρόμο. Ελαμπε το φως μα πιο πολύ έλαμπε το τίμιο το ξύλο..Ηρθε το κόνισμα και στάθηκε σιγά στην άμμο..Τόμαθαν οι καλόγεροι, το πήραν στο μοναστήρι τους και το λιβάνιζαν μερόνυχτα..”.
Κάπως έτσι άρχιζε το διήγημα. Και για μη σας τα πολυλογώ, εμφανίζεται, στο διήγημα πάντα, ο Κώστας ο Αρλετής, “ο γλυκόφωνος ψάλτης του Αηδημήτρη” και ξεσηκώνει τον κόσμο.
“Θρησκευτικός ανεμοστρόβιλος εσήκωσε για μιας του λαού την αδιαφορία. Μικροί-μεγάλοι είπαν πως είναι θάμα.Και συμφώνησαν όλοι πως το θάμα πρέπει να το πάρουν στο χωριό, τιμή και φυλαχτό του τόπου τους. Λίγο τάχα νάχεις έναν άγιο πατριώτη!..Ηρθαν πάλι στου θεού τη στράτα οι άνθρωποι..”.
Ξεκίνησαν λοιπόν για το μοναστήρι του Αηθανάση να πάρουν το κόνισμα. “ Μόλις όμως μας είδαν οι καλόγεροι κατάλαβαν το σκοπό μας και πυροβόλησαν στο σωρό… Άστραψαν κάμες, πιστόλες, έπεσαν πέτρες που κλείστηκαν οι καλόγεροι στα κελλιά τους… Άνοιξαν τότε την εκκλησία, έσπασαν τις εικόνες, αναποδογύρισαν την Αγία Τράπεζα, ώσπου βρήκαν το κόνισμα. Και πού το βρήκαν θαρρείς;Κάτου από ένα σωρό κλήματα…”.
Από τον Αηθανάση, με το κόνισμα επικεφαλής, άρχισε η λιτανεία προς τον Αηδημήτρη. Μπροστά ο Κώστας ο Αρλετής, “οι παπάδες με τα χρυσά τους άμφια, οι ψαλτάδες, ο δήμαρχος, οι προύχοντες και πίσω ο λαός. Ήταν όλοι ξεσκούφωτοι κι έδειχναν μεγάλη ευλάβεια .Νόμιζε κανείς πως όλοι τους ανατράφηκαν σε μοναστήρι. Πέντε παλληκάρια έφερναν στα χέρια τους μακρύστενη σανίδα, θαμπή με πολλά σκαλίσματα…”.
Η λιτανεία “έφτασε στο σταυροπάζαρο. Ερμιά στο δρόμο. Τα μαγαζιά όλα κατάκλειστα. Πέρασε το γεφύρι του Τζαφέρη και χύθηκε σαν πλημμύρα στην πλατεία του Αηδημήτρη. Η εκκλησία με τις αρχαίες κολόνες της, μυρτοστολισμένη έδειχνε χαρά μεγάλη…”. Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει ο κεντρικός ήρωας της ιστορίας, ο Πέτρος ο Τσαϊπάς “φοιτητής- σπουδασμένος άνθρωπος.Είχε γνώση και κρίση. Δεν ήθελε να πιστεύει παρά εκείνο πούβλεπαν τα μάτια του…Από τα πρώτα χρόνια της σπουδής του ήθελε να ξεχωρίζει από τους άλλους συντοπίτες του. Όχι μόνον τους αγράμματους , τους απλούς ξωμάχους μα κι από τους σπουδασμένους ακόμη. Εκείνοι βγήκαν από το χωριό, σπούδασαν, έφαγαν τη ζωή τους στα βιβλία και σαν γυρίσανε πίσω έγιναν ένα με τους άλλους. Ακολούθησαν τυφλά την κοινωνική πρόληψη και τη γεροντική παράδοση… Ο Τσαϊπάς ήθελε όλα να τ΄άλλάξει με το παράδειγμά του, με τα φερσίματά του και με τα λόγια του. Μα τα λόγια και τα φερσίματά του ήταν τόσο ξαφνικά που τρόμαζαν τους χωριάτες. Τους ξυπνούσαν την υποψία. Καθώς ήταν ριζωμένοι στις συνήθειές τους, έστεκαν αντίκρυ του ανήσυχοι κι αγριεμένοι…”.
Κάπου εκεί κοντά στον Αηδημήτρη ο Τσαϊπάς συναντά τον Σταθόπουλο, παλιό συμμαθητή του και συμφοιτητή του στα Νομικά… Από τότε που γράφτηκε φοιτητής, φάνηκε το μέλλον του. Βγήκε στον κόσμο θαρρετά, ανακατώθηκε με τους χωριάτες στο κρασοπουλειό και στον καφενέ κι άρχισε να συχνάζει στο ειρηνοδικείο. Το δεύτερο χρόνο, χωρίς να πατήσει καθόλου στο πανεπιστήμιο, έκανε τον δικολάβο..”.
Με τον Σταθόπουλο , που είχε δει από κοντά το κόνισμα, συμφωνούν ότι πρόκειται για μια απλή σανίδα!
Και “την ώρα που το κόνισμα άγγιζε σχεδόν στην πόρτα της εκκλησίας, μια φωνή τρεμάμενη, μα δυνατή ακούστηκε:- Σταθήτε!… Ήταν ο Τσαϊπάς που έβγαλε τη φωνή…- Δεν το θέλω για τον εαυτό μου, για σας το λεω…Λέμε πως είναι κονίαμα. Μ’ αν δεν είναι;Τι θα γίνει τότε;Τι θα μας ψάλλουν τ΄άλλα χωριά;”
Τότε επενέβη ο δήμαρχος και φώναξε τον Γερόλυμο τον Προβατά, έναν γέρο νησιώτη, κοσμοπερπατημένο και πολυκάτεχο. Μόλις τον αντίκρυσαν ανάσαναν όλοι. “Εκείνος μόλις το είδε σούφρωσε τα χείλη του και γύρισε τις πλάτες.- Λοιπόν; ρώτησαν δυό τρείς ανυπόμονα.- Στολίδια της πρύμης , είπε σιγά.Στολίδια καραβιού, πάρτε το.- Μα είσαι βέβαιος, γέρο Προβατά; τον ρώτησε λυπημένα ο Αρλετής. Για κοίτα το καλά, μη κάνεις λάθος;- Τι λάθος, αδερφέ Κωσταντή; είναι στολίδι από ρούσικο καράβι, βασιλικό καράβι! Να δεν διαβάζεις τα γράμματα; Πέτρος ο Μέγας, έτσι γράφει απάνου… – Α, σιχτιρ!…είπε δυνατά δίνοντάς της μια κλωτσιά.Η σανίδα έτριξε στη θέση της.Κουνήθηκε πέρα δώθε κι έπεσε πλατς στο χώμα.Ένα σύγνεφο σηκώθηκε και σκέπασε όλα τα πάντα…”.

-Πάλι διαβάζεις Καρκαβίτσα;
Ηταν ο Μήτσος ο καφετζής που με επανέφερε στην πραγματικότητα ακουμπώντας στο τραπέζι τον εσπρέσσο μου.
Πιο πέρα η τηλεόραση έδειχνε τη λαοσύναξη της Τετάρτης.
Σήκωσα το φλυτζάνι να πιω μια γουλιά και νομίζω πως το μάτι μου πήρε σε μια γωνιά να παρακολουθούν και να σχολιάζουν τον Κώστα τον Αρλετή, τον Πέτρο τον Τσαϊπά και τον Σταθόπουλο τον δικολάβο…
Πήρα το βιβλίο υπό μάλης και κατευθύνθηκα προς την έξοδο.
Ο Μήτσος ο καφετζής μου έκανε νόημα να πλησιάσω.- Ξέρεις εκείνο το γεροντάκι που έρχεται από απέναντι; Έστρεψα το βλέμμα.
-Είναι ο Γερόλυμος ο Προβατάς, ένας γέρος νησιώτης, κοσμοπερπατημένος και πολυκάτεχος…,μου έκανε ο Μήτσος κλείνοντας πονηρά το μάτι.

Comments are closed.