Ε.Π.Ο.Π.

Στο πέρασμα του χρόνου

Του Διονύση Κράγκαρη

Το περασμένο καλοκαίρι ο Μπλαμούτσας δεν άνοιξε. Περνούσαν τα τραίνα σβηστά τα φώτα. Ο προβολέας σάρωνε το άδειο πεζοδρόμιο. Ούτε καρέκλες, ούτε τραπέζια. Οι φωνές των παιδιών στον άλλο δρόμο. Περνούσαν τα τραίνα. ΣΣ Καβάσιλα.
Περνούν τα χρόνια. Περνούν τα τραίνα στις γραμμές του Τρικούπη. Ταχεία των έξη. Ταχεία των δέκα. Τα παρακλάδια κόπηκαν, ούτε Λίτζι ούτε Κυλλήνη. Το καλαμάκι κομμένο στο χέρι, χλωρό. Κι η γεύση γλυκειά στο στόμα, δεν λέει να φύγει. Να γίνει πικρή, να ξεχασθεί.
Στην ίδια γραμμή του χρόνου. Το γειά σου, το αντίο,το καλώς ήλθατε. Ενα χέρι που γνέφει πίσω από τα τζάμια, ένα πικρό χαμόγελο. Τα παιδια που έπαιζαν στις ράγες. Με τό ‘να πόδι με τ΄ άλλο. Ισορροπώντας. Ανάβουν τα φώτα, στρώνονται τα τραπέζια, οι καρέκλες στα χέρια, τακτοποιούνται τραπεζομάντηλα, ποτήρια. Το κρασί. Η ντοματοσαλάτα, η φέτα. Και τα μαχαιροπήρουνα. Ο τόπος βουϊζει. Από μακριά βλέπεις τον κόσμο. Παρέες, συντροφιές. Ερχεται ο Μήτσος και η Χριστίνα, ο Δημοσθένης κι ο Αγγελος. Ερχεται η Ελένη κι ο Γιώργος. Τα κορίτσια από την Αμαλιάδα. Ο Χρήστος κι η Δώρα. Το τραίνο μετά Ολα είναι όπως πριν. Χρόνος αναδρομικός και ερχόμενος. Στους καθρέφτες του βλέπεις τα πρόσωπα που είναι πάντα. Τον Νύσο, τον Μπαμπούκο, τον Τσαρπέλια. Και τον Νομάρχη να σου χαμογελάει παιγνιδιάρικα. Κλειστά μάτια, έρημοι τόποι.

Στο πέρασμα του χρόνου η Φιλαρμονική θα βγει στους δρόμους, θα παιανίσει το εωθινόν. Ο χτύπος της καμπάνας, ο χτύπος της καρδιάς. Ο Καρκαβίτσας θα φθάσει με τ’ άλογό του. Δυό μέρες τον έκλεισαν οι πλημμύρες στην Κυλλήνη. Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά Ο προηγούμενος αιώνας έστριψε στη γωνία, χάθηκε. Ο καινούργιος κάθεται στο διπλανό τραπέζι, θα συστηθούμε σε λίγο. Ενα ούζο, μια μπύρα, ένα κρασί. Η νέα χιλιετία και η παλιά. Χωρίς πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής.
Ο χρόνος είναι ένα παιδί. Ο χρόνος για το παιδί είναι ένα ποδήλατο. Ο Γιωργάκης δεν το πιστεύει. Ο χρόνος για τον Γιωργάκη είναι ένα δώρο. Και δεν υπάρχει δώρο χωρίς αντάλλαγμα. Το παίρνει στα χέρια του, το καβαλάει κι αρχίζει τις βόλτες. Πιάνει τα τιμόνια, λευτερώνει τα χέρια του μας χαιρετάει12/1/2000 με νόημα. Μετά φρενάρει απότομα, άστα αυτά του φωνάζει ο Μήτσος, ο Αντρέας του κάνει νόημα για τις διασταυρώσεις. Αυτοκίνητα παρκαρισμένα γύρω. Το ποδήλατο όμως του Γιωργάκη χωράει παντού. Μπορεί να το βάλει ανάμεσα, να το κουβαλήσει στο πεζοδρόμιο. Μετά θα πάει στ΄ αδέρφια του όλο καμάρι. Το πρωί είπε τα κάλαντα, μετά φόρεσε ένα καπέλο κι έκανε τον εισπράκτορα της Φιλαρμονικής. Το κουτί ήταν μεγαλύτερο από την αγκαλιά του, αλλά ο Γιωργάκης εκεί, έμπαινε κι έβγαινε στα μαγαζιά φουριόζος.

Ο Γιωργάκης είναι το παιδί του νέου αιώνα.

Comments are closed.