Ε.Π.Ο.Π.

Στους δρόμους της Ανάπτυξης

Του Διονύση Κράγκαρη

“Κάθε δευτερόλεπτο κάνει την εμφάνισή του στους δρόμους και ένα αυτοκίνητο”
Greenpeace

Οι άνθρωποι ανοίγουν δρόμους. Σχεδιάζουν συνεχώς επί χάρτου, συνδέουν ή αποκόπτουν οικισμούς μεταξύ τους, λένε από δω θα περνάνε οι νταλίκες, από κει τα γιώτα χι. Κάπου ανάμεσα θα περνάει η αγαπημένη τους. Θα τη χαιρετούν με έναν αναστεναγμό και θα την περιμένουν. Η κίνηση των δρόμων θα αυξάνεται, κορμιά θα πέφτουν και θα φυτρώνουν θάμνοι αναμνηστικοί. Ένας άνεμος θα έρχεται από το βάθος, θα δυναμώνει πλησιάζοντας, ξυστά θα περνάει από το κλειστό παράθυρό σου, θα τον νιώθεις όπως θα τραντάζεσαι στο κάθισμά σου.

Οι άνθρωποι ανοίγουν δρόμους. Πώς μεγαλώνουν αυτοί οι δρόμοι δεν το καταλαβαίνουν. Οι δρόμοι γι αυτούς είναι πάντα μικροί, πώς θα χωρέσουν τόσους ανθρώπους. Στενεύουν τ΄ αυτοκίνητα κι αυτά συνεχώς πληθαίνουν. Ένα πλήθος αυτοκινήτων κυνηγάει τους ανθρώπους. Αυτοί ανοίγουν συνεχώς δρόμους για να διαφύγουν. Τα αυτοκίνητα εκεί, τους καταδιώκουν. Μπαίνουν μέσα, αποβιβάζονται, πηδούν, βάζουν σήματα, οδικές ασφάλειες, τροχονόμους, πινακίδες, στοπ. Τίποτα. Δίνουν εξετάσεις, παίρνουν διπλώματα, κλήσεις, κάνουν αλκοτέστ. Πληρώνουν τέλη κυκλοφορίας, δασμούς, δεσμούς. Η κυκλοφορία παραμένει αφόρητη. Ακόμη και με αιρ κοντίσιον. Κανένας αέρας δεν μπορεί ν’ ανακόψει την κίνηση.

Οι άνθρωποι ανοίγουν δρόμους. Και τους εγκαινιάζουν συνεχώς. Ξέρετε πόσα πακέτα έχουν πέσει στην άσφαλτο; Το πρώτο ,το δεύτερο και το τρίτο. Συνέχεια πακέτα πέφτουν. Στους βωμούς εργολάβων, μηχανικών και πολιτικών. Εκεί γίνονται οι θυσίες σήμερα. Αν πνεύσει ούριος άνεμος μπορεί να εκστρατεύσουν ανακουφισμένοι όλοι μαζί για την Τροία των επόμενων εκλογών ή για το χρυσόμαλλο δέρας των νέων αυτοκινητοδρόμων.

Οι άνθρωποι κλείνονται σπίτι αργά το βράδυ. Απ΄ έξω τ΄ αυτοκίνητα, τους περιμένουν. αανυπόμονα. Με μηχανές ζεστές, με μια μεταλλική έξαψη. Θέλουν να φύγουν μακριά, να καταναλώσουν αποστάσεις, να υποτάξουν τα κοντέρ τους στην ηδονή της ταχύτητας. Οι άνθρωποι κάθονται αμήχανοι στο τιμόνι, τα αυτοκίνητα τούς παίρνουν και φεύγουν αμέσως σε μακρινά ταξίδια. Συγκρούονται σε διασταυρώσεις, ανταλλάσσουν ασφάλειες ή τελευταίους ασπασμούς. Καθημερινώς πληθαίνουν τα πρατήρια των στεναγμών. Πωλούν παυσίλυπα, καθαρίζουν τις αράχνες απ΄ τα δάκρια. Δεν έχει τέρμα αυτή η περιπλάνηση.

Οι άνθρωποι ανοίγουν δρόμους. Ο ένας πέφτει πάνω στον άλλον. Εναγκαλίζονται απελπισμένοι. Κατασκευάζουν γέφυρες, αερογέφυρες, βάζουν πινακίδες προς το πουθενά, αλλά τα αυτοκίνητα επιστρέφουν αενάως και τους περιμένουν, στο ίδιο ακριβώς σημείο που τα εγκατέλειψαν.

Οι άνθρωποι ανοίγουν δρόμους. Αν έφτιαχναν και έναν που να πηγαίνει μόνο στον εαυτόν τους.

Comments are closed.