Ε.Π.Ο.Π.

Ημέρα Υπερβάλλοντος

Του Διονύση Κράγκαρη

Ήταν Δευτέρα και ήταν πρωί. Η φιλαρμονική της κωμοπόλεως μας είχε ευχάριστα αφυπνίσει με το εωθινόν. Μια μεγάλη ημέρα ανέτελλε, μια μεγάλη γιορτή. Η παγκόσμια Ημέρα Υπερβάλλοντος.
Το τοπικό ραδιόφωνον είχε ευφρόσυνη μουσική και τα τηλεοπτικά κανάλια προγράμματα προσήκοντα στην Ημέρα. Μπονόρα είχε περάσει και το απορριμματοφόρο του διευρυμένου μας Δήμου, του περιλαμβάνοντος όλους τους οικισμούς του ιστορικού Δήμου Μυρτουντίων, και είχε περισυλλέξει τα καταλλήλως διαχωρισθέντα υπό των νοικοκυρών και εις ξεχωριστούς κάδους τοποθετηθέντα απορρίμματα προς ανακύκλωσιν, σύμφωνα άλλωστε με το πρόσφατο παράδειγμα της γαλλικής πρωτευούσης. Τι νομίζετε; Αδίκως αποκαλούν την κωμόπολή μας Μικρό Παρίσι;
Οι νοικοκυρές επίσης είχαν ασπρίσει τις αυλές τους που μοσχοβολούσαν από το πλήθος των λουλουδιών. Μικροί κήποι εκρέμοντο από τα μπαλκόνια και ωδικά πτηνά όχι σε κλουβιά αλλά επί των κλάδων και των ανθέων καθήμενα πλημμύριζαν με θεσπέσιους ήχους την ατμόσφαιρα.
Η κωμόπολις κυριολεκτικώς επανηγύριζεν. Μόνον πρόσωπα χαρωπά αντίκριζες, απαλλαγμένα από το άγχος της βιωτής. Στους δρόμους δεν κυκλοφορούσαν πια νταλίκες και αυτοκίνητα, αλλά ποδήλατα και πεζοί, ζώα επίσης παντός είδους και όλοι εν ειρήνη και αγαστή συμπνοία, χωρίς ανταγωνισμούς, σπρωξίματα και συνωστισμούς. Και αυτοί ακόμη οι εκ παραδόσεως κυνηγοί είχον κρεμάσει τα όπλα τους δίπλα στις τεράστιες φωτογραφίες των αρειμανίων προγόνων τους.
Ο παλιός χείμαρρος ο προ δεκαετιών τσιμενταρισθείς και καλυφθείς δια να μετατραπεί εις πολυσύχναστον δρόμον, αλλά και εις βοθροσυλλέκτην δυστυχώς, είχε αποκαλυφθεί πλήρως και είχε μετατραπεί εις πλωτόν ποταμόν, όπου διέκρινες μικρές λέμβους, πάπιες άγριες και κύκνους να τον διασχίζουν εν πλήρει νωχελικότητι.
Η κεντρική πλατεία είχε προ πολλού ανασκαφεί μη αντέχουσα άλλο τη νεκρική πλακόστρωση και είχε μετατραπεί εις βοτανικόν κήπον με παιδιά να τρέχουν αμέριμνα και να παίζουν κρυφτό, κλέφτες κι αστυνόμους, στις μυστικές κρυψώνες και τα δαιδαλώδη μονοπάτια του.
Περί την μεσημβρίαν ο δήμαρχος της κωμοπόλεως, μετά από ένα σύντομο λογύδριο για τη σημασία της Ημέρας, έδωσε το σύνθημα της εκκινήσεως. Ολόκληρον το συγκεντρωμένο πλήθος ήταν ώρα να μεταβεί εις την παραλίαν των πρώην αυθαιρέτων κτισμάτων, όπου τώρα τα κρινάκια πάνω στις ηδονικές αμμοθίνες
Πράγματι άλλοι με άλογα και άμαξες, άλλοι με ποδήλατα και γαϊδάρους ακόμη, ξεκίνησαν θορυβωδώς αλλά και απολύτω τάξει περιέργως. Ο δρόμος ο οδηγών εις την ακτήν είχε φυτευθεί καταλλήλως, σε μερικά δε σημεία τα δέντρα και οι θάμνοι σχημάτιζαν αψίδες και άλλοτε καταπράσινα τούνελ εν μέσω των οποίων προχωρούσε τραγουδώντας και χαριεντιζόμενο το πλήθος. Οι μεγαλύτεροι, όχι αδίκως, έφερναν στο νου τους με νοσταλγία τη “Βαθιά στράτα” που περιγράφει στον διαβόητο “Διαολή” του ο Κώστας Καρκαβίτσας, αδελφός του διάσημου Ανδρέα.
Μετά μια ώρα περίπου, το πλήθος έφθασεν εις την θάλασσα. Τα αρτεσιανά έρεον με άφθονον και διαυγέστατο ύδωρ και οι εκδρομείς είχαν την ευκαιρία να δροσιστούν, ενώ πολλοί ήσαν αυτοί που προτίμησαν να πέσουν απευθείας στη θάλασσα και τα κρυστάλλινα νερά της. Άλλοι με τα ρούχα τους και άλλοι γυμνοί. Μουσικές μόνο άκουγες και γλυκούς ψιθύρους μέσα από τα αρμυρίκια και τους παραθαλάσσιους θάμνους.
Ο ήλιος βυθιζόταν μεταξύ Ζακύνθου και Κεφαλονιάς κι έβλεπες ακόμη ζευγάρια να χορεύουν νοσταλγικούς ρυθμούς πάνω στην άμμο, όπως αυτά που ύμνησε στο προτελευταίο του βιβλίο ο Μένης Κουμανταρέας, εμπνευσθείς από φωτογραφίες της εποχής του μεσοπολέμου , τραβηγμένες ακριβώς εκεί, στην αμμουδιά του Αη Θανάση,που ανακάλυψε ξεφυλλίζοντας το ιστορικό άλμπουμ της κωμόπολης.
Από το βάθος ένα υπερωκεάνιον έστελνε χαρμόσυνον χαιρετισμόν προχωρώντας στο μακρινό ταξίδι του. Όσοι διέθεταν ισχυρές διόπτρες, μπορούσαν να διακρίνουν επί της πρύμνης τον Ανδρέαν Σπερχήν, διάσημον συγγραφέα και ψυχαναλυτή να τους χαιρετά με τον πίλον του, χαμογελώντας σαρδονίως.
Το υπερωκεάνιον λεγόταν “Μέγας Ανατολικός”.

 

Comments are closed.