Ε.Π.Ο.Π.

Εκδοσεις

ΑΠΟ ΤΟ ΛΕΥΚΩΜΑ “ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΝΗΡΗΣ-ΜΝΗΜΕΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ”
Έκδοση:
-Ένωση Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον (ΕΠΟΠ)
-Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Λεχαινών
-Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηλείας

Επιμέλεια έκδοσης:
Κατερίνα Κιτσιλή, Γιώργος Γώτης, Διονύσης Κράγκαρης

Λεχαινά, 2005

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Η ΑΝΟΔΟΣ ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ (Διονύσης Κράγκαρης)
Ο ΜΗΤΣΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΞΑΔΕΛΦΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΟΝΗΡΗ
ΚΑΠΕΤΑΝ ΞΑΝΘΟΣ, ο αντάρτης ζωγράφος (Κατερίνα Κιτσιλή)
ΤΟ ΚΑΣΚΟΛ, Μνήμη Γιάννη Πονήρη (Γιώργος Γώτης)
Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΝΗΡΗΣ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΟΥ
ΜΥΑΛΑ (Χρήστος Ντάντος)

Η ΑΝΟΔΟΣ ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ
Οι αντιστασιακές οργανώσεις, με την εντολή έναρξης του ένοπλου αγώνα, αρχίζουν εντατικά τη συγκέντρωση όπλων και εφοδίων. Όπλα που βρίσκονται κρυμμένα και θαμμένα από την εποχή του πολέμου, συγκεντρώνονται με απόλυτη μυστικότητα σε κρύπτες συνεργατών της Αντίστασης.
Τα όπλα της οργάνωσης των Λεχαινών ήταν αποθηκευμένα στο σπίτι του Αναστάσιου Γεράσ. Καταρέλου ή Μπέη στη συνοικία της Παναγίας. Από κει ξεκίνησε το κάρο που οδηγούσε ο Στάθης Αντωνίου Καπογιάννης για το βουνό. Πέρασε μέσα από την αγορά, ενώ μπροστά βάδιζαν οπλισμένοι κρυφά δύο μέλη του ΕΛΑΣ, ο Αλέκος Σκαμνάκης και ο Νίκος Καρδιανός, οι οποίοι είναι οι πρώτοι Λεχαινίτες αντάρτες που βγαίνουν στο βουνό. Από εκείνο το σπίτι βγήκε για το βουνό και ο πρώτος αντάρτης της περιοχής, ο Δήμος Δημακόπουλος (Αλέξης) από το Πελόπιο που τον έκρυβε η οργάνωση των Λεχαινών.
Αργότερα βγαίνει και η πρώτη ομάδα της τομεακής οργάνωσης Λεχαινών. Είναι 4 αντάρτες από την Κάτω Παναγιά, όλοι αγρότες. Ο Νίκος Κουκουβίδης (Νικοτσάρας), Σωτήρης και Δημήτρης Κοκολάρας και ο Μήτσος Μαυράκης. Από την ομάδα αυτή ο μέν Δημήτρης Κοκολάρας σκοτώθηκε στον εμφύλιο και το πτώμα του εξαφανίστηκε, ο Δε Μήτσος Μαυράκης μαζί με τους Ν. και Π. Τσαρδούλια πνίγηκαν στη θάλασσα ενώ προσπαθούσαν να διαφύγουν με βάρκα από την Κυλλήνη στη Ρούμελη.
Ο Γιάννης Πονήρης , ο οργανωτής των αντιστασιακών ομάδων στα Λεχαινά, αναγκάζεται να επιταχύνει την έξοδό του στο βουνό, ειδοποιημένος από σύνδεσμο ότι οι Ιταλοί ετοιμάζονται να τον συλλάβουν. Έτσι ένα βράδυ, ύστερα από μια τελευταία συγκέντρωση των συντρόφων του πίσω από το νεκροταφείο της κωμόπολης, ξεκινάει για το βουνό. Στο δρόμο τον συνοδεύει ο Γιώργης Αναστόπουλος (Μουρούζης), ταχυδρομικός διανομέας στο επάγγελμα, και φθάνει κουβεντιάζοντας μαζί του στού Ζόγκα, στο σπίτι του Χρήστου Πανταζόπουλου. Εκεί ο Γιάννης Πονήρης παραδίδει την οργάνωση των Λεχαινών στον Γιώργη Αναστόπουλο, που επιστρέφει την ίδια νύχτα για να ΄ναι το πρωί στη δουλειά του.
Ο Γιάννης Πονήρης ξεκινάει την άλλη μέρα μαζί με έναν άλλο νεαρό αντάρτη, τον Νίκο Παπαβραμόπουλο (Καλαβρυτινό) για τις Ξενιές, στο σπίτι του μπάρμπα Χαράλαμπου κι από κει στου Κάλφα, όπου συναντάει την ομάδα της Κυλλήνης και τον Νίκο Καρδιανό. Στου Κάλφα έρχεται να τους συναντήσει ο Γιάννης Γαλανόπουλος (Ανέστης) πάνω σ΄ένα άλογο. Φεύγουν μαζί για το λημέρι του Αρχηγείου Ερυμάνθου που βρίσκεται στου Κλεινδιά και το είχε δημιουργήσει η ομάδα Ανέστη –Βασίλη. Εκεί ο Πονήρης φτάνει μόνος του νύχτα. Είχε μόνο μια δίοδο. Μόλις φτάνει εκεί άκουει μια δυνατή φωνή:
-Μήπως είσαι ο καπετάν Ξάνθος;
Ήταν ο Γιώργης Πανόπουλος (Βασίλης) πολιτικός του Αρχηγείου Ερυμάνθου.
Στις 14-15 Ιουλίου 1943 στο χωριό Μπεντένι Ωλένης συγκεντρώνονται όλες οι αντάρτικες ομάδες της Ηλείας. Αρχηγός ανέλαβε ο επίλαρχος Ηλίας Κονδύλης (Νικηφόρος).

Στην αρχή ο Γιάννης Πονήρης ονομάστηκε πολιτικός καθοδηγητής ομάδας. Άρχισε ομιλίες στα γύρω από το Κλεινδιά χωριά. Τον Σεπτέμβριο γίνεται στου Σιμόπουλου η ορκωμοσία του 12ου Συντάγματος και συγκροτούνται τρία τάγματα. Ο Πονήρης ονομάζεται πολιτικός διμοιρίας και μετά λόχου. Γύρισε όλα τα χωριά της Άνω Πηνείας, έφτασε μέχρι την Αχαγιά και οργάνωσε Τοπικές Αυτοδιοικήσεις, επιτροπές Εκκλησιαστική από 5 άτομα, Αγροτική, Κοινοτική, Λαϊκής Δικαιοσύνης.
Στις 8 Σεπτεμβρίου του 43 έπεσε η Ιταλία. Παίρνουν εντολή από το Τάγμα να κατευθυνθούν προς Πάτρα με σημείο συνάντησης ένα χωριό έξω από την Πάτρα. Βαδίζουν όλη νύχτα με προοπτική την κατάληψη της Πάτρας. Πέφτουν οι Γερμανοί στη μέση και γυρίζουν πίσω. Προσπαθούν να επιβιώσουν κατευθυνόμενοι προς Πελόπιο. Στο σημείο αυτό έχει εμφανισθεί ο Καραχάλιος. Με τον Καραχάλιο κάνουν μια συμφωνία. Στη σύσκεψη έλαβαν μέρος ο Πονήρης, ο Κονδύλης και ο Καραχάλιος. Συμφωνήσαν να μη χτυπηθούν μεταξύ τους και να ορισθεί μια περιοχή στην οποία να κινείται με δύο αξιωματικούς συνδέσμους στο κάθε αρχηγείο. Υπόγραψαν αυτοί οι τρεις.
Διονύσης Κράγκαρης

(Το κείμενο στηρίζεται σε στοιχεία που έδωσε στον Διονύση Κράγκαρη ο Γιάννης Πονήρης)

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΝΗΡΗΣ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΟΥ

«Ασχολήθηκα με τη ζωγραφική από το 1968-69 στην Ιταλία. Εκεί πήγα στο Μάιο του ΄67. Ήτανε ένας φίλος, ο Δημήτρης Βαϊκάλης, μαέστρος της ζωγραφικής, σπούδαζε ζωγραφική με υποτροφία στη Ρώμη. Είχε στούντιο εκεί. Πήγαινα εκεί ώρες ολόκληρες και τον βοηθούσα στη δουλειά του- την ανακαίνιση παλιών εικόνων. Πήρα στο σπίτι μου τέμπερα και άρχισα να ζωγραφίζω. Μετά από καιρό του πήγα να τα δει- μια αφρικανική μάσκα. Του άρεσε και μου είπε προχώρα α. Στην αρχή έκανα αντιγραφή από αρχαία ελληνικά αγγεία- τον πρίγκιπα μα τα κρίνα. Έχω πουλήσει έργα μου στο Λονδίνο, Βρυξέλλες , Ουάσιγκτον, Νέα Υόρκη, Μόντρεαλ. Συμμετείχα σε ομαδικές εκθέσεις σε Ρώμη, Λονδίνο, Αντίγκουα και Αθήνα. Άρχισα με τέμπερα, μετά λάδι, ακρυλικό, πλαστικό και κατέληξα στην αυγοτέμπερα. Τα τελευταία θέματά μου τα αντλώ από δικές μου εμπνεύσεις, ερεθίσματα και θέλω να εκφράσω …Ο Προμηθέας είναι εμπνευσμένος από το ποίημα του Ανδρέα Μπασιλάρη που διάβασα στην Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών. Μερικές φορές αρχίζοντας να ζωγραφίζω κάθομαι μπροστά στο λευκό χαρτόνι κι αρχίζω να βάζω χρώματα όπως μου ΄έρχονται και εκεί βγαίνει τελικά το αφηρημένο, καταλήγω κάπου. Στο μυαλό μου με βασανίζει πάντα το μαύρο και το κόκκινο που είναι το όραμα της επανάστασης. Μετά αρχίζω και κάνω το ρετούς.»

(Αφήγηση του Γιάννη Πονήρη στον Διονύση Κράγκαρη)

ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΝΗΡΗΣ- ΜΝΗΜΕΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ
ΜΙΑ ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗ ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΛΑΜΠΗ ΑΝΑΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

«Όταν το 1941 στις 26 Απριλίου το αλβανικό μέτωπο κατέρρευσε έτρεξα να βρω τον αδελφό μου που ήταν στο Μέτωπο. Νύχτα και ημέρα ως που κατέληξα στη Ναύπακτο. Βρήκα πολλούς γνωστούς και ρωτούσα μήπως είδαν τον αδελφό μου. Τέλος πάντων κανείς δεν μου είπε το συγκεκριμένο και φεύγοντας ήρθα πάλι στην πόλη μου απελπισμένος και κλαίγοντας.
Πηγαίνοντας σπίτι μου πήγα στα εικονίσματα και γονάτισα και λεω στην Παναγία να έρθει ο αδελφός μου.
Έπειτα από τρεις μέρες ο αδελφός μου ήρθε και έτσι έμεινα ήσυχος και κοίταγα τη δουλειά μου. Δουλειά της μαύρης αγοράς….να κάνω την τότε εποχή όλα ήσαν ανάποδα. Τέλος πέρασε εκείνη η χρονιά και το 1943 –3-5 ήμουν στην αγορά και κοίταγα μήπως εύρω τίποτα για φαί.Τη στιγμή εκείνη έρχεται μια ομάδα Γερμανών. Ακριβώς στο Σταυροπάζαρο, επικεφαλής έναν λοχία. Έρχεται και μου δίνει ένα χαστούκι και μου λεει σε άπταιστα ελληνικά σήκω τα χέρια σου. Τότε κι εγώ τα σήκωσα, αλλά λεω θα έρθει η ώρα που θα μετανιώσεις γι αυτό που έγινε. Αυτή τη στιγμή επαναστάτησα να φύγω να πάω να κρυφτώ ή να πάω να γίνω αντάρτης. Πράγματι την άλλη μέρα έφυγα πήγα στο βουνό. Ψάχνοντας βρήκα στο χωριό Ξενιές τους πρώτους αντάρτες Ξάνθο, Καρατζά, Δημητρό και άλλους ,τους είπα κι εγώ θέλω να μείνω μαζί τους να αγωνιστώ για την Πατρίδα,δεν μου έφεραν καμιά αντίρρηση γιατί οι περισσότεροι με ήξεραν. Έμεινα εκεί περίπου 3-4 μήνες, αλλά ανοργάνωτο το αντάρτικο τότε, βασανίστηκαν οι περισσότεροι να το οργανώσουν. Πάντως τα κατάφεραν, έγινε ένα τάγμα στρατιού που ανήκε στο 12 Σύνταγμα στρατού της 3ης Μεραρχίας και αφού ήταν τότε η Διασυμμαχική Αποστολή έπρεπε να πάει και μια ομάδα για φρουρά στους συμμάχους. Με διατάζουν να φτιάξω μια ομάδα και να πάω . Πράγματι επήγα 7 και εγώ 8. Περπατώντας μέσα στα βουνά βρήκα τη διασυμμαχική αποστολή στου Σιμόπουλου, ήταν τότε επικεφαλής ο Γκάμπελ αυτός ο είρων άνθρωπος. Κάθισα εκεί περίπου τρεις μήνες χωρίς να κάνουμε τίποτα και μια μέρα με καλεί απάνου στο γραφείο και μου λεει θα πας να κατασκοπεύσεις τους Γερμανούς από Λεχαινά μέχρι το Αεροδρόμιο του Αράξου το βέβαιο …….και ότι οι Γερμανοί έψαχναν να με εύρουν, εκτός τούτου είχα ένα σημάδι στο χείλος, είχαν και τη φωτογραφία μου. Αμέσως θα με πιάνανε. Ο κ. Κάμπελ μου λεει εσύ θα πας κι ας σε σκοτώσουν. Αυτοί ήταν οι σύμμαχοι! Εγώ έφυγα. Πήγα στο Μετόχι ένα χωριό που ήταν πλησίον στο αεροδρόμιο. Πήγα σε έναν κουμπάρο μου, λεγόταν Κώστας Αποστολόπουλος. Κάθισα και τους είπα πως είμαι κυνηγημένος από τους Γερμανούς. Μου λεει κάθισε μέσα κι εγώ θα σου φέρω πληροφορίες.
Πράγματι την άλλη μέρα μου φέρνει. Οι Γερμανοί μέσα στο δάσος έχουν 200 βαρέλια βενζίνη. Μου δίνει ένα απλό σχέδιο για την τοποθεσία, το πήρα και τη νύχτα με πήγε στο Κουνουπέλι, βέβαια από απόκρυφες μεριές και μου λεει από εδώ την ακροθαλασσιά θα βγεις στο Κοτύχι. Πράγματι το πρωί με το χάραμα έφτασα στο Κοτύχι. Εκεί ήταν όλο το προσωπικό του διβαριού .Καραβοκύρης ήταν ο συχωρεμένος ο Στεφανάρας. Του λεω Στέφανε θέλω εμπιστευτικά να παραγγείλεις του Θεοτόκη του Μηχανού να έλθει. Πράγματι αμέσως έστειλε έναν από το προσωπικού που είχε. Το βράδυ στις 4 ο Θεοτόκης ήρθε. Του λεω εσύ στο στρατό ήσουν αξιωματικός. Θέλω να μου φτιάσεις ένα σχέδιο για το δάσος που είναι η βενζίνη και του δίνω το πρόχειρο που μου είχε δώσει ο κουμπάρος μου. Πράγματι κάθισε όλη τη νύχτα και το έφτιασε. Το πρωί το πήρα και έφυγα. Πήγα στο Σιμόπουλο. Εκεί έμαθα πως ο Κάμπελ είχε αντικατασταθεί, αλλά το κλιμάκιο δεν ήταν εκεί. Ρώτησα την οργάνωση και μου είπαν ότι έχει πάει στην Χαλαμπρέζα. Άλλη ταλαιπωρία. Τέλος πάντων πήγα. Εκεί βρίσκω τον Ξάνθο και τον Γρίβα, αξιωματικούς στο αντάρτικο του 3ου τάγματος. Τους λεω βρε παιδιά αυτό κι αυτό. Να το δώσω το σχέδιο ; Μου λένε κι οι δύο να το δώσεις. Πράγματι πάω στον επικεφαλής Αντους ο οποίος μίλαγε πολύ καλά τα ελληνικά, του έδωσα το σχέδιο, αυτός το διαβίβασε στο στρατηγείο Μέσης Ανατολής.
Το επόμενο πρωί έρχεται ένα τηλεγράφημα από το στρατηγείο Μέσης Ανατολής. Συγχαρητήρια σε αυτόν που σας έδωσε αυτό το σχέδιο.
(Κείμενο του Χαράλαμπου Αναστόπουλου ή Κοψαχείλη. Γράφτηκε τη δεκαετία του 1980. Βρέθηκε από τον γιο του Θόδωρο που έχει και το χειρόγραφο)